ENNIA ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΓΙΑ ΚΑΘΑΡΟ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΑΨΙΑ (♬)

ENNIA ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΓΙΑ ΚΑΘΑΡΟ ΟΥΡΑΝΟ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΩΤΑΨΙΑ

I

Σβήσαν
            τα μάτια τ’ ουρανού, των σιδηροδρόμων ο πυρετός
κόπασε,
κι όσα αγρίμια ανεμοδέρνονταν στις κόγχες της πόλης
τα σκέπασε μαύρο χιόνι.

Έστερξε μονάχος
              ο κεραυνός να σταυρώνεται
φυλακισμένος σε κασετίνα ξύλινη μαθητική,
εμφιαλωμένος πόνος.

Tὶς οἶδε γιατί
              στοιχείο της φύσης να μαλώνει με τ’ άπειρο
και με τον εαυτό του.

II

Κάτι στραβό θε να ‘ναι μέσα σου σαν ξυπνάς και δε συλλογιέσαι τον θάνατο.

Έστω και πρόσκαιρα, στο ανεπίσκεπτο της σιωπής και των πραγμάτων,
τα πρωινά ζητούν καφέ και θάνατο,
θορυβώδεις εξατμίσεις
στις παρυφές του ονείρου.

Έρχεται κατόπιν η ζωή
να γλυκάνει
                   το νόμισμα.

ΙΙΙ

Αστρονομικά

είναι αδύνατον να συναντηθούμε.
Στο μποτιλιάρισμα των ματιών σου
             παιδεύεται ο χαλαζίας και τα ορυκτά,
στο μάτι της βελόνας γνέθω σύγνεφα,
καμήλες οραματικές,
συρμούς δίχως κραδασμούς,
ακρίδες της ειμαρμένης,
εγκέλαδους προσωπικούς κι απρόσωπους.

Πώς αλλιώς να κοινωνήσουν οι αλήθειες μας;

Εξακοντίζω τη φωνή μου στο άπειρο
κι εκείνο μου απαντά με τη φωνή σου.

IV

Παραδόθηκες άμεσα
γνωρίζοντας πως η παράδοση είναι και η πρώτη νίκη.

Αναμάρτητα, αναίμακτα,
με το χαμόγελο πολεμικής μηχανής
έκλεψες τον γλαυκό και τα φωνηέντα.

V

Μου ‘χες τάξει
καλοκαίρια με μπλε! παράθυρα,
άλογα με χαίτες χρυσές, σαν των Χαζάρων,
άπλετη την Παράδεισο
κι έναν ήλιο δυνατό σαν έρωτα.

Αλλόκοτη εποχή μου κληροδότησες,
απολυτίκια της σιωπής,
κι έναν βοριά ανέσωστο. Βορά
του κέρματος και του χαρτιού,
τροφός του ονείρου και συνάμα εκτελεστής του,
λαχειοπώλης της αβύσσου,
αλχημιστής εικόνων—

Δες με, τώρα
πίνω το αίμα μου
φιλώ τον ορίζοντα.

VI

Άλλο εξόν απ’ το να πεθάνω μες στη γλώσσα που γεννήθηκα δε ζητώ.

Όσο γεμίζουν τα φεγγάρια όλο και πιότερο βεβαιώνομαι για τούτο:
Ελλάδα θα πει ένας τρόπος να βλέπεις
Ελλάδα θα πει πρίσμα καθάριο
Ελλάδα θα πει άγγιγμα βάλσαμο
Ελλάδα θα πει Ηλύσιο μέλι
Ελλάδα θα πει πολεμίστρες της περηφάνιας, του ταπεινού και του ιδανικού.

Μιλώ για την ευγλωττία της ψυχής
και για την ολότητα, όχι τεμάχια, καθαρού ουρανού.

VII

Κένταυρος θεός,
καιρός που έκατσε μες στην ψυχή μου
έγινες.

Γλυκασμός και στρατοκόπος
του στοχασμού μου
έγινες.

Φίλτρο έγινα.
Περνά από μέσα μου ο πόνος
και γεννιούνται τα ποιήματα.

VIII

Μη ρωτάς και μη ζητάς
το σ’ αγαπώ μου
το ‘δωσα σ’ ένα χελιδόνι.

IX

Να ξορκίζεις τον θάνατο.

Μες στων θεών το αλύχτισμα
και των κυμάτων το θρόισμα
μες στην παλίρροια του νου
και τη φοβέρα του εφήμερου
στο γειτόνεμα του κεραυνού
και στον κουρνιαχτό των λόγων
ν’ ανασαίνεις, να γελάς,
να ανασταίνεις και ν’ ανασταίνεσαι,
κομμάτι κομμάτι να κτίζεις τον ουράνιο θόλο του κόσμου σου.

Θα σαλπάρουν οι εκκλησιές
και θ’ αρμενίσουν τα κάστρα.

Θα διπλώσει ο κόσμος,
θα λυγίσουν τα βουνά
και θα φιληθούν οι θάλασσες.

Μες τη φωταψία του αίματος
θα γεννηθεί
η νέα ποίηση.

*

Υμνώ τη ζωή
και το άρμα του ήλιου
όπως προελαύνει στα μπαλκόνια της οικουμένης.

Υμνώ το πλάνο του ορίζοντα και τα φωνήεντα,
το άλφα και το ωμέγα,
τον πλάγιο τέταρτο των ωκεανών.

Υμνώ τον έρωτα
κι εσένα
που τόσο του μοιάζεις.



Kandinsky – In Grey