Ο Γιγαντοκυνηγός

Δημήτρης Μελικέρτης Ο Γιγαντοκυνηγός

(In case you can’t read Greek but are still curious, here’s a version of this post in English.)


Ο ΓΙΓΑΝΤΟΚΥΝΗΓΟΣ

Είμαι πολύ χαρούμενος που το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο Ο Γιγαντοκυνηγός (για παιδιά από ηλικίας 8 ετών… και χωρίς όριο προς τα πάνω) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη και πλέον βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Ευχαριστώ την Έλενα Πατάκη για την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό μου, τον Πέτρο Χριστούλια για την εξαιρετική εικονογράφηση, την Αντωνία Γουναροπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της στην επιμέλεια, και τον Βασίλη Δημουλίνο για την θερμή συμπαράστασή του σε όλα τα στάδια της έκδοσης.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Τζέιμς Καρούν είναι Γιγαντοκυνηγός στο επάγγελμα. Δελεάζει Γίγαντες με απίθανα μουροδολώματα, τους παγιδεύει με το μαγικό του δίχτυ και, στη συνέχεια, μεταφέροντάς τους με το κάρο-κλουβί το οποίο σέρνουν φτερωτές λεοπαρδάλεις, τους φυλακίζει σ’ έναν τεράστιο λάκκο. Έχοντας αιχμαλωτίσει εκατόν εβδομήντα τέσσερις Γίγαντες, είναι ήρωας και διασημότητα στο χωριό των ανθρώπων. Ώσπου η σύντροφός του, η πριγκίπισσα Μελοντί, εξαφανίζεται και όλα δείχνουν πως πρόκειται για απαγωγή. Η ζωή του Τζέιμς Καρούν, των ανθρώπων και των Γιγάντων ανατρέπεται και θα χρειαστεί να δουν τον κόσμο με άλλο βλέμμα…

Περιπέτεια, δράση, μυστήριο, αχαλίνωτη φαντασία, ξεκαρδιστικό χιούμορ και συγκινητικές ανατροπές συνθέτουν στις σελίδες του Γιγαντοκυνηγού ένα επικό παραμύθι με μοντέρνα γραφή, το οποίο μιλά για τη διαφορετικότητα, τη συνύπαρξη, την ανθρωπιά, την αλαζονεία, την εμπιστοσύνη, την πίστη στον εαυτό μας και για τις επιλογές που καθορίζουν ποιοι πραγματικά είμαστε.

Αυτή είναι σε μερικές γραμμές η ιστορία του Γιγαντοκυνηγού. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα:

Όταν το πιάτο της ημέρας ήταν έτοιμο, ο Τζέιμς Καρούν διάλεγε ένα σημείο στο δάσος που χώριζε το χωριό του από το Γιγαντοχωριό και έστηνε καρτέρι. Άφηνε το μουροδόλωμα στη ρίζα ενός ψηλού δέντρου έτσι ώστε να μοιάζει ότι έπεσε από κάποιον περαστικό, σκαρφάλωνε και περίμενε κρυμμένος ανάμεσα στα κλαδιά. Μόλις ο άτυχος Γίγαντας περνούσε από το δάσος και ριχνόταν με τα μούτρα στο φαγητό –οι Γίγαντες δε φημίζονται για την καχυποψία τους και, άλλωστε, όταν πρόκειται για μούρα ξεχνάνε τα πάντα–, ο Τζέιμς Καρούν έριχνε από ψηλά το μαγικό του δίχτυ και τον παγίδευε.

Το δύσκολο ήταν η μεταφορά τους στο χωριό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είχε κατασκευάσει ένα τεράστιο κάρο-κλουβί το οποίο έσερναν δύο φτερωτές λεοπαρδάλεις, η Ίρμα και η Μίρα. Τις φτερωτές λεοπαρδάλεις τις είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο θαυματοποιό, δίνοντας σε αντάλλαγμα τα είκοσι τέσσερα χρυσά δόντια της γιαγιάς του που του προκαλούσαν ανατριχίλες.

Μόλις ο άτυχος Γίγαντας παγιδευόταν στο δίχτυ και το γιγαντιαίο κορμί του παρέλυε, ο Τζέιμς Καρούν πηδούσε από το δέντρο και έφερνε δίπλα του το κάρο-κλουβί που ’χε κρυμμένο εκεί κοντά. Πάνω στο κάρο, μια μεγάλη ξύλινη τροχαλία χρησίμευε για να τραβά τον Γίγαντα στην καρότσα, ακριβώς όπως τα ψαροκάικα ανεβάζουν στην πρύμνη τους δίχτυα με ρέγκες. Όταν με τα πολλά ο Γίγαντας βρισκόταν σωστά τοποθετημένος στην καρότσα, ο Τζέιμς Καρούν σκούπιζε ικανοποιημένος το μέτωπό του και φώναζε με ύφος θριαμβευτή:

«Ίρμα και Μίρα, πάρτε αυτό το κτήνος στο χωριό!»

Αμέσως οι φτερωτές λεοπαρδάλεις πετούσαν σηκώνοντας το κάρο, με τον έκπληκτο Γίγαντα στο κλουβί και τον Τζέιμς Καρούν στη θέση του οδηγού, ώσπου προσγειώνονταν στην πλατεία του χωριού. Παρότι δεν ήταν αναγκαίος σταθμός στη διαδρομή τους, είχε γίνει παράδοση να σταματούν δίπλα στο άγαλμα. Και ο λόγος; Για να δουν όλοι τον καινούριο Γίγαντα –ο οποίος κοίταζε τριγύρω αβοήθητος, με τη μουρόπιτα ακόμη κολλημένη στα δόντια του– και να επευφημήσουν τον Τζέιμς Καρούν για το νέο του κατόρθωμα.

Σαν κόπαζαν οι εκδηλώσεις ενθουσιασμού, οι λεοπαρδάλεις μετέφεραν τον Γίγαντα στην πίσω αυλή του σπιτιού του Τζέιμς Καρούν. Εκεί, ένας τεράστιος, βαθύς λάκκος χρησίμευε ως φυλακή Γιγάντων. Πετώντας ανάστροφα οι φτερωτές λεοπαρδάλεις άδειαζαν τον Γίγαντα από το κάρο-κλουβί και ο Τζέιμς Καρούν άνοιγε την πόρτα με τα σιδερένια κάγκελα. Έπειτα τον έσερναν οι τρεις τους από τα πέτρινα σκαλιά σε ένα μεγάλο, κυκλικό πλάτωμα με μια τρύπα στο κέντρο. Σα γιγαντιαίο πηγάδι έμοιαζε. Από εκεί τον κατέβαζαν στον λάκκο, δεμένο με σκοινί γύρω απ’ τη μέση. Έκλειναν τη φυλακή και το χωριό προετοιμαζόταν για ολονύχτιο γλέντι.

Γίγαντες και άνθρωποι, ο ένδοξος Γιγαντοκυνηγός μας, μουροδολώματα, ένα μαγικό δίχτυ, φτερωτές λεοπαρδάλεις, και μια μυστηριώδης εξαφάνιση που αλλάζει τα πάντα και φέρνει τα πάνω κάτω στις ζωές όλων… Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.

Δημήτρης Μελικέρτης